«Μόνιμο παράπονο» : ο γνωστός «γκρινιάρης» ως Το «Μόνιμο Θύμα», ο «Ευάλωτος Νάρκισσος», ο «Παθητικά-Επιθετικός», ή ο Τελειομανής;
Τι είναι πραγματικά;
Πρόκειται απλώς για μια ενοχλητική, «κακή συνήθεια»; μια λεκτική συνήθεια; ο τρόπος ύπαρξης; το καθεστώς επιβίωσης; μια υπερευαισθησία στα τεκταινόμενα; μια υπαρξιακή μοναξιά; μια στρατηγική υπερ-ενεργοποίησης, μια επιφανειακή κοινωνικοποίηση, ή μήπως μια κραυγή αβοηθητότητας;
Ο «κύριος/α μόνιμο παράπονο» είναι ο κλασικός τύπος ανθρώπου που εστιάζει αποκλειστικά στην αρνητική πλευρά των πραγμάτων, βρίσκοντας πάντα κάτι λάθος, ανεξάρτητα από το πόσο καλά εξελίσσονται οι καταστάσεις. Είναι ο επαγγελματίας γκρινιάρης της καθημερινότητας.
Ακόμα και στο πιο όμορφο τοπίο, αυτός θα προσέξει το ένα σκουπίδι στο έδαφος. Αν κερδίσει το λαχείο, θα παραπονεθεί για τους φόρους.
Ένα μόνιμο Θύμα που νιώθει μόνιμα ότι η ζωή, η τύχη ή οι άλλοι συνωμοτούν εναντίον του. Σπάνια αναλαμβάνει την ευθύνη για τη δική του διάθεση.
Αντιστέκεται στη λύση, γιατί Δεν ψάχνει πραγματικά για λύσεις. Αν του προτείνεις μια διέξοδο στο πρόβλημά του, θα βρει αμέσως ένα νέο εμπόδιο για να ακυρώσει τη λύση σου, γιατί η ταυτότητά του είναι συνυφασμένη με το παράπονο.
Στο εργασιακό και κοινωνικό του περιβάλλον προκαλεί Συναισθηματική εξάντληση (Vampire Energy), αφού η συνεχής γκρίνια του λειτουργεί ως «ενεργειακό βαμπίρ» για τους γύρω του, καθώς μεταφέρει το βάρος της δυσαρέσκειάς του στους άλλους.
«Αν της ζητούσες σχόλια, θα ήταν πάντα αρνητικά. Αν της έκανες κομπλιμέντα για κάτι, θα λάμβανες αρνητική απάντηση. Η συνεργασία μαζί της ήταν συναισθηματικά εξαντλητική» : μου είπε κάποτε κάποιος για συνάδελφο.
Ας φανταστούμε λοιπόν μια ιστορία…..
Να δούμε τον άνθρωπο «αιώνιο παράπονο» μέσα σε αυτή την ταινία.
Ο Ρόλος του στην Πλοκή
Ο «χαρακτήρας» αυτός μπορεί να εξυπηρετήσει διαφορετικούς σκοπούς:
Είναι ίσως ο γραφικός, γλυκόπικρος τύπος που το κοινό αγαπά να μισεί. Προσφέροντας μια Κωμική ανακούφιση (Comic Relief)
Ή αυτός που σε μια κρίσιμη στιγμή (π.χ. αν οι χαρακτήρες έχουν εγκλωβιστεί κάπου), η γκρίνια του σπάει τα νεύρα των υπολοίπων, πυροδοτώντας την πλοκή και φέρνοντας στην επιφάνεια κρυμμένες αλήθειες. Γίνεται ο Καταλύτης της έντασης
Ακόμα όμως, μπορεί να είναι ο πρωταγωνιστής μιας ιστορίας εσωτερικής αλλαγής. Η κορύφωση της ιστορίας του έρχεται, όταν συνειδητοποιεί ότι έχασε τα ομορφότερα χρόνια της ζωής του κοιτάζοντας μόνο τις σκιές. Εδώ γίνεται η Τραγική Φιγούρα.
"Μόνιμο παράπονο" και Προσωπικότητα
Η σύνδεση ανάμεσα στο «μόνιμο παράπονο» και την προσωπικότητα είναι βαθιά και πολυεπίπεδη. Όταν το παράπονο παύει να είναι μια παροδική αντίδραση σε μια δυσκολία και γίνεται μόνιμο, σταθερό στο χρόνο και ανεξάρτητο από τις συνθήκες, τότε αποτελεί δομικό στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου.
Στην ψυχολογία, αυτή η τάση μελετάται μέσα από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, γνωστικές δομές και αμυντικούς μηχανισμούς.
Καταρχήν να πούμε πως το «μόνιμο παράπονο» σχετίζεται άμεσα με δύο συγκεκριμένες διαστάσεις:
Τον Υψηλό Νευρωτισμό (High Neuroticism): Τα άτομα με υψηλό νευρωτισμό βιώνουν τον κόσμο ως απειλητικό, άδικο και στρεσογόνο. Έχουν χαμηλή ανοχή στη ματαίωση και τείνουν να εστιάζουν αυτόματα στα αρνητικά ερεθίσματα, μετατρέποντας το εσωτερικό τους άγχος σε εξωτερικό παράπονο.
Και η Χαμηλή Συνεργατικότητα / Προσήνεια (Low Agreeableness): Συχνά, το μόνιμο παράπονο συνοδεύεται από καχυποψία, εχθρότητα ή ανταγωνιστικότητα προς τους άλλους. Το άτομο νιώθει ότι οι άλλοι δεν το υπολογίζουν ή προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν.
Το «Μόνιμο Θύμα», ο «Ευάλωτος Νάρκισσος», ο «Παθητικά-Επιθετικός» , ο Τελειομανής,
Τελικά, ποιοί είναι οι…. «γκρινιάρηδες»;
Ποιοί Τύποι Προσωπικότητας Χαρακτηρίζονται από το «Παράπονο»;
Στην κλινική πρακτική και τη βιβλιογραφία, συναντάμε συγκεκριμένους τύπους προσωπικότητας (ή στυλ προσωπικότητας) όπου το παράπονο είναι ο κυρίαρχος τρόπος λειτουργίας:
Α. Η Προσωπικότητα του «Μόνιμου Θύματος» (Victim Mentality)
Αυτός ο τύπος δεν παραπονιέται απλώς για να εκτονωθεί· έχει υιοθετήσει την ταυτότητα του θύματος ως πυρήνα της ύπαρξής του.
Χαρακτηριστικό του; Πιστεύει ότι «όλα τα κακά συμβαίνουν μόνο σε αυτόν» και ότι οι άνθρωποι ή η μοίρα συνωμοτούν εναντίον του.
Το παράπονο λειτουργεί γι` αυτόν, ως ασπίδα προστασίας από την ευθύνη. Αν φταίνε πάντα οι άλλοι, το άτομο δεν χρειάζεται ποτέ να ρισκάρει, να προσπαθήσει ή να αλλάξει.
Β. Η Παθητικά-Επιθετική Προσωπικότητα (Passive-Aggressive) – ο τύπος που χειραγωγεί
Εδώ το παράπονο χρησιμοποιείται ως ένα έμμεσο όπλο χειραγώγησης ή έκφρασης θυμού, καθώς το άτομο δυσκολεύεται να διεκδικήσει άμεσα και υγιώς αυτό που θέλει.
Το Χαρακτηριστικό του; Αντί να πει «Χρειάζομαι βοήθεια με τις δουλειές», θα παραπονεθεί: «Φυσικά, κανένας σε αυτό το σπίτι δεν νοιάζεται αν κουράζομαι».
Πώς λειτουργεί το παράπονό του; Δημιουργεί ενοχές στους γύρω του, ώστε να πετύχει αυτό που θέλει χωρίς να εκτεθεί σε μια άμεση αντιπαράθεση.
Γ. Η Ναρκισσιστική Προσωπικότητα (Ειδικότερα ο «Ευάλωτος Νάρκισσος»)
Ενώ ο μεγαλειώδης νάρκισσος δείχνει υπεροψία, ο ευάλωτος (vulnerable) νάρκισσος κρύβει μια βαθιά ανασφάλεια πίσω από ένα μόνιμο παράπονο.
Το Χαρακτηριστικό του; Νιώθει ότι ο κόσμος δεν αναγνωρίζει την ιδιαίτερη αξία του, ότι πάντα αδικείται και ότι κανείς δεν τον καταλαβαίνει πραγματικά.
Η Λειτουργία του παραπόνου του; Το παράπονο τρέφει την ανάγκη του να νιώθει μοναδικός (έστω και μέσα από το μέγεθος της «αδικίας» που υφίσταται).
Και τέλος
Δ. Η Ιδεοψυχαναγκαστική / Τελειομανής Προσωπικότητα
Σε αυτή την περίπτωση, το παράπονο δεν πηγάζει από κακία ή θυματοποίηση, αλλά από το γεγονός ότι η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται ποτέ στα αυστηρά, άκαμπτα πρότυπα του ατόμου.
Χαρακτηριστικό του: Παράπονα για την έλλειψη οργάνωσης των άλλων, για τον καιρό, για τις υπηρεσίες, για τις λεπτομέρειες.
Πώς λειτουργεί γι` αυτόν το παράπονο: Εδώ έχουμε την Εκτόνωση του εσωτερικού άγχους που προκαλεί η έλλειψη ελέγχου.
Ο μόνιμος παραπονιάρης και η ανάγκη του για έλεγχο
Από γνωστικής πλευράς, η προσωπικότητα του μόνιμου παραπονιάρη χαρακτηρίζεται από Εξωτερικό Κέντρο Ελέγχου (External Locus of Control). Και τι εννοούμε με αυτό; Το άτομο (σύμφωνα με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα) είναι πεπεισμένο ότι η ζωή του καθορίζεται αποκλειστικά από εξωτερικούς παράγοντες (τύχη, κυβέρνηση, σύντροφος, εργοδότης κ.λ.π….). Επειδή νιώθει εντελώς ανίσχυρο να επηρεάσει το μέλλον του, να έχει δηλαδή αυτό τον έλεγχο, η μόνη «δράση» που του απομένει είναι η λεκτική διαμαρτυρία: δηλαδή το παράπονο.
Παιδικά τραύματα και μεμαθημένη συμπεριφορά
Η ρίζα της προσωπικότητας του μόνιμου παραπόνου βρίσκεται πολύ συχνά στην παιδική ηλικία. Το παράπονο σπάνια γεννιέται τυχαία· συνήθως αποτελεί μια στρατηγική επιβίωσης ή μια αντιγραφή προτύπων από το οικογενειακό περιβάλλον.
Η ψυχολογία εξηγεί αυτή τη σύνδεση μέσα από δύο βασικούς άξονες: τα παιδικά τραύματα και τη μεμαθημένη συμπεριφορά (learned behavior).
Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που δεν καλύπτει τις βασικές του συναισθηματικές ανάγκες, αναπτύσσει βαθιά τραύματα. Το παράπονο στην ενήλικη ζωή είναι η ανεπίλυτη ηχώ αυτών των τραυμάτων.
Εδώ οι γονείς ήταν συναισθηματικά απόμακροι, ψυχροί ή υπερβολικά απασχολημένοι, το παιδί ένιωθε αόρατο. Συχνά, ο μόνος τρόπος για να στρέψει την προσοχή των γονιών πάνω του ήταν όταν ήταν άρρωστο, πληγωμένο ή παραπονιόταν. Ο ενήλικας πλέον επαναλαμβάνει ασυνείδητα αυτό το μοτίβο: «Αν υποφέρω και παραπονιέμαι, οι άλλοι θα ασχοληθούν μαζί μου». Μιλάμε δηλαδή για το Τραύμα της Συναισθηματικής Στέρησης & Παραμέλησης.
Αν οι γονείς χλεύαζαν, υποτιμούσαν ή αγνοούσαν τα συναισθήματα του παιδιού («Σιγά το πράγμα», «Μην κάνεις έτσι», «Είσαι υπερβολικός»), το παιδί μεγάλωσε με το αίσθημα ότι η φωνή του δεν ακούγεται. Το μόνιμο παράπονο του ενήλικα είναι μια απελπισμένη προσπάθεια να «εξαναγκάσει» τον κόσμο να επικυρώσει τον πόνο του, τον οποίο στερήθηκε μικρός. Μιλάμε δηλαδή για το Τραύμα της Ακύρωσης (Invalidation).
Από την άλλη, παιδιά που μεγάλωσαν με αυταρχικούς γονείς και δεν τους επιτράπηκε ποτέ να αναπτύξουν αυτονομία ή να πάρουν πρωτοβουλίες, αναπτύσσουν το σχήμα της Υποταγής. Νιώθοντας ανίκανοι να αντιδράσουν άμεσα, εσωτερικεύουν μια βαθιά πικρία. Στην ενήλικη ζωή, το παράπονο γίνεται η μόνη ασφαλής (παθητική) μορφή επανάστασης. Τα παιδιά αυτά βίωσαν το Τραύμα του Υπερελέγχου / της Καταπίεσης.
Όσον αφορά Το Παράπονο ως Μεμαθημένη Συμπεριφορά (Behavioral & Social Learning): Να έχετε στο νου σας, πως τα παιδιά λειτουργούν σαν σφουγγάρια, αντιγράφοντας τις συμπεριφορές και τις στρατηγικές αντιμετώπισης των γονέων τους.
Έτσι λοιπόν αν ένας ή και οι δύο γονείς ήταν μόνιμα ανικανοποίητοι, κατηγορούσαν το κράτος, τους γείτονες, την τύχη ή ο ένας τον άλλον για τα προβλήματά τους, το παιδί έμαθε ότι αυτός είναι ο φυσιολογικός τρόπος να μεταβολίζεις τη ζωή. Δεν διδάχθηκε ποτέ την ενεργητική επίλυση προβλημάτων, αλλά τη λεκτική παθητικότητα.
Σύμφωνα νε την Συμπεριφορική ψυχολογία, μια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται όταν ανταμείβεται. Αν το παιδί έβλεπε ότι ο παραπονούμενος γονιός κέρδιζε πάντα τη συμπάθεια, απέφευγε ευθύνες (π.χ. «άσε με τώρα, είμαι χάλια») ή χειραγωγούσε τους άλλους μέσω των ενοχών, το παιδί κωδικοποίησε το παράπονο ως εργαλείο δύναμης.
Αν το παιδί βίωσε καταστάσεις όπου, ό,τι κι αν έκανε, το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό (π.χ. σε ένα χαοτικό ή κακοποιητικό περιβάλλον), έμαθε ότι οι πράξεις του δεν έχουν αντίκτυπο. Αυτή η γνωστική παραμόρφωση μεταφέρεται αυτούσια στην ενήλικη ζωή: το άτομο παραπονιέται επειδή είναι βαθιά πεπεισμένο ότι η δράση δεν θα αλλάξει τίποτα.
Τι γίνεται όμως στο εγκέφαλο μα τα «μόνιμα παράπονα»; Μια ενδιαφέρουσα πραγματικότητα.
Η επιστήμη πίσω από τα «χρόνια παράπονα»: η ανασύνδεση των νευροδιαβιβαστών και ο ιππόκαμπος
Έρευνες δείχνουν ότι τα χρόνια παράπονα μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον εγκέφαλο. Η επαναλαμβανόμενη εντρύφηση σε αρνητικά συναισθήματα όπως η απογοήτευση, ο θυμός και το αίσθημα του αβοήθητου, μπορεί να οδηγήσει σε ανασύνδεση των νευροδιαβιβαστών. Που σημαίνει αλλαγή μοτίβων σκέψης. Να δημιουργήσει δηλαδή δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο, σαν να έχουμε έναν «αναπρογραμματισμό» του τρόπου σκέψης. Αυτή η νευρωνική ανασύνδεση ενισχύει τα αρνητικά πρότυπα σκέψης, διευκολύνοντας την κυριαρχία των απαισιόδοξων σκέψεων, ενώ αφήνει λίγο χώρο για θετικά συναισθήματα όπως η ευγνωμοσύνη και η ευεξία. Επιπλέον, αυτός ο συνεχής κύκλος αρνητικότητας μπορεί ακόμη και να βλάψει τον ιππόκαμπο, ο οποίος είναι κρίσιμος για την επίλυση προβλημάτων και τη γνωστική λειτουργία.
Ο εθισμός στην αρνητικότητα
Με την πάροδο του χρόνου, τα άτομα που παραπονιούνται συνεχώς «εθίζονται» στην αρνητικότητα, προσελκύοντας περισσότερο δράμα και δυσαρέσκεια στη ζωή τους. Η απαισιοδοξία τους καθιστά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων και την επίλυση προβλημάτων, καθώς τείνουν να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα εστιάζοντας στα υπάρχοντα. Επιπλέον, τα άτομα που παραπονιούνται χρόνια μεταφέρουν εν αγνοία τους την αρνητικότητά τους σε όσους βρίσκονται γύρω τους, επιβαρύνοντας τους άλλους με το συναισθηματικό τους φορτίο. Αυτή η αρνητική επιρροή μπορεί να είναι μεταδοτική, μετατρέποντας σταδιακά τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά τους σε παραπονούμενους.
Γιατί η συμβολή της ψυχοθεραπείας είναι σημαντική, αν όχι απαραίτητη
Η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει στο να «απαγορεύσει» στο άτομο να παραπονιέται, αλλά στο να το βοηθήσει να κατανοήσει τη λειτουργία αυτής της συμπεριφοράς, τον αντίκτυπο στον εαυτό αλλά και στους άλλους, άρα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, και να αντικαταστήσει αυτή την συμπεριφορά, με πιο λειτουργικές στάσεις ζωής.
Η αποκάλυψη της «Κρυφής» Ανάγκης, η επεξεργασία παλαιών Τραυμάτων, αποτελούν μερικούς από τους θεραπευτικούς στόχους. Επιπλέον, καθώς το «μόνιμο παράπονο» συχνά κουράζει και απομακρύνει το άτομο από τους ανθρώπους γύρω του, η θεραπεία επικεντρώνεται και σε αυτό, και το βοηθά να επικοινωνεί τις επιθυμίες του με διεκδικητικό τρόπο και όχι με μεμψιμοιρία, βελτιώνοντας τις σχέσεις του, κάτι που εν τέλει οδηγεί στην Βελτίωση των Διαπροσωπικών του Σχέσεων.
Μέσα από προσεγγίσεις όπως η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει τις γνωσιακές διαστρεβλώσεις (π.χ. καταστροφολογία, νοητικό φιλτράρισμα όπου βλέπει μόνο το αρνητικό) και να αναπτύσσει μια πιο ισορροπημένη οπτική.
Θα λέγαμε δηλαδή, πως η ψυχοθεραπεία ενδυναμώνει το άτομο να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του, και μετατρέπει το μόνιμο παράπονο από έναν στείρο μηχανισμό επιβίωσης, σε μια ευκαιρία για αυτογνωσία, βοηθώντας το άτομο να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα, και να ζήσει πιο ελεύθερα στο παρόν.
Υ.Γ. : Όταν το παράπονο συνδυάζει τραύμα και μάθηση, είναι εξαιρετικά ανθεκτικό. Στη θεραπεία, το άτομο πρέπει πρώτα να θρηνήσει για το παιδί που δεν ακούστηκε (τραύμα) και στη συνέχεια να «ξεμάθει» τον παλιό τρόπο επικοινωνίας, εκπαιδευόμενο στη διεκδικητικότητα και την ανάληψη προσωπικής ευθύνης.
Τα χρόνια παράπονα πηγάζουν από πρώιμες εμπειρίες ζωής όπου τα παράπονα χρησίμευαν ως μηχανισμός για την αναζήτηση προσοχής και επιβεβαίωσης μέσα στην οικογενειακή δυναμική . Αυτά τα μοτίβα καθιερώνονται βαθιά στη συμπεριφορά, τελικά αποτελώντας μέρος της ταυτότητας του ατόμου .
Κατά συνέπεια, η προσφορά συμβουλών ή λύσεων σε άτομα που παραπονιούνται χρόνια, μπορεί να συναντήσει αντίσταση, καθώς η επίλυση των προβλημάτων τους απειλεί την καθιερωμένη αίσθηση του εαυτού τους. Εδώ η συμβολή ενός ειδικού, ψυχολόγου είναι απαραίτητη.
Η ψυχολογική υποστήριξη ατόμων που χαρακτηρίζονται από «μόνιμο παράπονο» αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση, καθώς το μόνιμο παράπονο σπάνια αφορά την πραγματική ανάγκη επίλυσης ενός προβλήματος.
Στην ψυχολογία, το μόνιμο παράπονο σπάνια είναι απλώς μια «κακή συνήθεια»· συνήθως αποτελεί έναν ασυνείδητο μηχανισμό άμυνας ή μια βαθιά ριζωμένη γνωστική παραμόρφωση, όπου το άτομο βιώνει τον εαυτό του ως μόνιμο θύμα των περιστάσεων, ή ως ένας τρόπος σύνδεσης με τους άλλους, ο οποίος όμως καταλήγει να εγκλωβίζει το άτομο σε έναν τοξικό κύκλο αρνητικότητας.
Όμως οφείλω να διευκρινίσω ότι:
(Απόσπασμα από δικό μου σχετικό, μεικτό δοκίμιο)
………Ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ζωής, ή ένας επιστήμονας που διακρίνει τις αρρωστημένες συνθήκες και συμπεριφορές στην σύγχρονη ζωή, ένας επιστήμονας που διακρίνει και "διαβάζει" το πολιτικό σκηνικό και προβλέπει, και καυτηριάζει τα πράγματα, ΔΕΝ είναι άτομο με "μόνιμο παράπονο", ακόμα και αν κάποιοι προσπαθούν να τον αποδομήσουν, χαρακτηρίζοντάς τον «γραφικό».
Όχι, σε καμία περίπτωση. Ο άνθρωπος ή ο επιστήμονας που περιγράφω, δεν είναι ένα άτομο με «μόνιμο παράπονο», αλλά ένας άνθρωπος με υψηλή κριτική σκέψη, κοινωνική ενσυναίσθηση και πολιτική/επιστημονική συγκρότηση.
Υπάρχει μια τεράστια και θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην υγιή κοινωνική κριτική (ή επιστημονική ανάλυση) και στο ψυχολογικό «μόνιμο παράπονο». Η διαφορά τους δεν βρίσκεται στο τί βλέπουν (καθώς τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ζωής είναι υπαρκτά και μετρήσιμα), αλλά στο κίνητρο, στη δομή της σκέψης και στο πού οδηγεί αυτή η στάση.
Μια πιο «οπτική» σύγκριση των δύο στάσεων, δεν αφήνει χώρο για παρερμηνείες, καθώς αναδεικνύει τις εξής διαφορές:
|
Χαρακτηριστικό |
Ο Κριτικός Στοχαστής / Επιστήμονας |
Το Άτομο με «Μόνιμο Παράπονο» |
|
Κίνητρο & Στόχος |
Η αφύπνιση, η ανάλυση, η αποκάλυψη της αλήθειας και η αναζήτηση συλλογικών λύσεων. |
Η προσωπική εκτόνωση, η τραυματική ανάγκη για προσοχή και η επιβεβαίωση του ρόλου του «θύματος». |
|
Σημείο Εστίασης |
Εστιάζει σε δομικά, συστημικά και αντικειμενικά προβλήματα (π.χ. πολιτική διαφθορά, κοινωνική αποξένωση). |
Εστιάζει σε προσωπικές, υποκειμενικές μικρο-ενοχλήσεις (π.χ. ο καιρός, οι άλλοι που «πάντα φταίνε», η καθημερινότητα). |
|
Συναισθηματική Βάση |
Διακατέχεται από δημιουργική ανησυχία, πάθος για δικαιοσύνη ή επιστημονική αντικειμενικότητα. |
Διακατέχεται από εγωκεντρική πικρία, παθητικότητα και μοιρολατρία. |
|
Αποτέλεσμα Δράσης |
Παράγει έργο: γράφει, μιλάει, προβλέπει, προτείνει εναλλακτικές, καυτηριάζει για να αλλάξει κάτι. |
Παγιδεύεται στην αδράνεια: Δεν θέλει να αλλάξει τίποτα, γιατί αν λυθεί το πρόβλημα, θα χάσει την ταυτότητά του. |
Γιατί ο επιστήμονας/στοχαστής ΔΕΝ κάνει «παράπονο»:
- Η διάγνωση δεν είναι γκρίνια: Όπως ένας γιατρός που διαγνώσει μια ασθένεια, δεν «γκρινιάζει», αλλά κάνει επιστημονική διαπίστωση, έτσι και ο κοινωνικός επιστήμονας που διακρίνει τις αρρωστημένες συνθήκες της σύγχρονης ζωής κάνει διάγνωση των κοινωνικών παθογενειών.
- Η πολιτική πρόβλεψη απαιτεί απόσταση: Το να «διαβάζει» κανείς το πολιτικό σκηνικό και να προβλέπει τις συνέπειές του, απαιτεί ορθολογισμό και αναλυτική σκέψη. Το μόνιμο παράπονο, αντίθετα, θολώνει την κρίση γιατί καθοδηγείται αποκλειστικά από το συναίσθημα.
- Το «καυτηριάζω» εμπεριέχει δύναμη: Η σάτιρα, η σκληρή κριτική και ο καυτηριασμός των πραγμάτων είναι ενεργητική στάση ζωής (π.χ. όπως έκαναν οι αρχαίοι κυνικοί φιλόσοφοι ή οι σύγχρονοι αναλυτές). Το παράπονο είναι παθητική στάση.
Πού βρίσκεται λοιπόν η λεπτή κόκκινη γραμμή;
Ένας επιστήμονας ή ένας ευαισθητοποιημένος άνθρωπος κινδυνεύει να διολισθήσει στο «μόνιμο παράπονο» μόνο αν χάσει την πίστη του στην πιθανότητα της αλλαγής και μετατρέψει την έγκυρη κριτική του σε μια στείρα, καθημερινή και εμμονική μοιρολατρία που εξαντλεί τον ίδιο και τους γύρω του, χωρίς να παράγει κανένα νόημα.
Όσο η κριτική συνοδεύεται από πνευματική διαύγεια, αξιοπρέπεια και διάθεση για δημιουργία ή διάλογο, πρόκειται για υγιή προμηθεϊκή στάση και όχι για ψυχολογική παθογένεια.
|
Σαμόλη Ειρήνη (Grow your Soul - Healing Psychology- «Μόνιμο παράπονο»: ο γνωστός «γκρινιάρης» ως Το «Μόνιμο Θύμα», ο «Ευάλωτος Νάρκισσος», ο «Παθητικά-Επιθετικός», ο Τελειομανής; - Σαμόλη Ει., 2026) |
|
*Το περιεχόμενο της παρούσας σελίδας αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας. Ν. 2121/1993
ΠΗΓΕΣ
https://www.ahri.com.au/articles/sick-of-chronic-complainer
https://www.psychologytoday.com/us/blog/your-emotional-meter/
Πίσω
